εργατικότητα


εργατικότητα
[эргатикотита] ουσ. Θ. трудолюбие, работоспособность

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εργατικότητα" в других словарях:

  • εργατικότητα — η η ιδιότητα του εργατικού, η αγάπη για την εργασία, η φιλοπονία, η αξιοσύνη: Ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους για την εργατικότητά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργατικότητα — η [εργατικός] αγάπη, διάθεση για εργασία, φιλοπονία …   Dictionary of Greek

  • -τητα — της, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής η οποία ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη * tāt (πρβλ. αρχ. ινδ. sarva tāt «ολότητα», αβεστ. haurva tāt «ολότητα», λατ. novi tās «νεότητα»). Τα θηλυκά σε της παράγονται,… …   Dictionary of Greek

  • άνθρωπος — Το ανθρώπινο ον, ο πιο εξελιγμένος οργανισμός που ζει στην υδρόγειο. Homo sapiens (ά. έμφρων ή λογικός)είναι ο επιστημονικός όρος, στη συστηματική ταξινόμηση διπλής ονομασίας για το γένος (homo, ά.)και το είδος (sapiens, λογικός)στο οποίο ανήκει… …   Dictionary of Greek

  • αοκνία — ἀοκνία, η (Α) το να μην αποφεύγει κάποιος τον κόπο της εργασίας, φιλοπονία, εργατικότητα …   Dictionary of Greek

  • επίμοχθος — η, ο (AM ἐπίμοχθος, ον) [μόχθος] (για εργασία) αυτός που απαιτεί την καταβολή πολλού μόχθου, επίπονος, πολύ κοπιαστικός αρχ. μσν. 1. (για πρόσωπα) δραστήριος, αυτός που εργάζεται πολύ σκληρά 2. γεμάτος μόχθους, εκείνος τον οποίο ανέχεται ή διάγει …   Dictionary of Greek

  • επιμέλεια — η (AM ἐπιμέλεια) [επιμελής] 1. φροντίδα, ενδιαφέρον, μέριμνα (α. «τὴν τοῡ ναυτικοῡ ἐπιμέλειαν», Θουκ. β. «τῆς πρὸς τοὺς θεοὺς ἐπιμελείας προστάτην ἐσόμενον», Δημοσθ.) 2. ζήλος, εργατικότητα («ἐδειξε μεγάλη επιμέλεια στη διάρκεια τής φετινής… …   Dictionary of Greek

  • ευμογία — εὐμογία, ἡ, ποιητ. τ. εὐμογίη (Α) φιλοπονία, εργατικότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μόγος «κόπος, μόχθος» + κατάλ. ία] …   Dictionary of Greek

  • νεοκλασικισμός — Μεγάλη πολιτιστική κίνηση που διαδόθηκε ευρύτατα στην Ευρώπη στη δεύτερη πεντηκονταετία του 18ου και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. Η αρχή του ανάγεται στο ενδιαφέρον για τις αρχαιολογικές σπουδές, που ανακινήθηκε μετά τις επιτυχείς ανασκαφές …   Dictionary of Greek

  • πονικός — ή, όν, Α [πόνος] 1. φιλόπονος, εργατικός 2. αυτός που προκαλεί στενοχώρια, καταθλιπτικός, λυπηρός. επίρρ... πονικῶς, Α κατά τρόπο πονικό, με φιλοπονία και εργατικότητα …   Dictionary of Greek